Last Updated on 21/01/2026 by Admin

Feria
Περίοδος ξεκούρασης, διακοπών, είτε είναι αργία, είτε όχι. Χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στον πληθυντικό (ferie)
Combinazioni lessicali
| ferie estive | καλοκαιρινές διακοπές |
| ferie invernali | χειμωνιάτικες διακοπές |
| ferie natalizie | διακοπές Χριστουγέννων |
| ferie pasquali | Πασχαλινές διακοπές |
| ferie del Parlamento | διακοπές της Βουλής |
| (numero) + giorni di ferie | (αριθμός) + ημέρες διακοπών/άδειας |
| avere le ferie | είμαι σε άδεια και δεν δουλεύω, ή δουλεύω και αποζημιώνομαι για την άδεια που δεν πήρα |
| andare in ferie | ξεκινάω άδεια |
| passare le ferie in montagnia/al mare/in città | περνώ τις διακοπές μου στο βουνό/στη θάλασσα/ στην πόλη |
| ferie giudiziarie | περίοδος από την 1η Αυγούστου ως τις 15 Σεπτέμβρη κατά την οποία γίνονται δίκες που σχετίζονται με κρατούμενους κατηγορούμενους ή αδικήματα που μπορούν να παραγραφούν |
| feria seconda, terza, quarta… | όνομα που δίνεται (εκκλησιαστική χρήση) στις ημέρες από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή με σκοπό να αποφεύγεται το να ονοματίζονται με παγανιστικές θεότητες (v. lunedì, martedì ecc. |
Vacanza
Αργία, διακοπές, ανάπαυλα από τις συνηθισμένες δραστηριότητές μας
Combinazioni lessicali
| una vacanza di tre giorni | τριήμερη αργία |
| mezza vacanza | ημιαργία |
| dare vacanza ai propri dipendenti | δίνω άδεια στους υπαλλήλους |
| vacanze pasquali o di Pasqua | Πασχαλινές διακοπές |
| vacanze natalizie o di Natale | διακοπές Χριστουγέννων |
| vacanze estive |
καλοκαιρινές διακοπές |
| vacanze | χωρίς προσδιορισμό εννοούνται συνήθως οι καλοκαιρινές διακοπές |
| durante le vacanze | κατά την διάρκεια των διακοπών |
| passare/trascorrere le vacanze al mare | περνώ τις διακοπές μου στη θάλασσα |
| vacanze intelligenti | έκφραση που εισάχθηκε το 1978 με το φιλμ “Dove vai in vacanza?” και σημαίνει διακοπές στις οποίες η ξεκούραση συνδυάζεται με ψυχαγωγία και μορφωτικές δραστηριότητες |
| qualche giorno di vacanza | μερικές ημέρες διακοπές |
| una breve vacanza | σύντομες διακοπές |
| andare in vacanza | πάω διακοπές |
| essere in vacanza | είμαι διακοπές |
| fare vacanza | κάνω κοπάνα (για σχολείο ή γραφείο) |
| avere il cervello in vacanza | σταματάω να σκέφτομαι |





Πολύ ωραίο άρθρο!
…come le vacanze stesse! Grazie.